διαψυκτικός

δια-ψυκτικός, ή, όν,
A cooling, refreshing, Hp.Vict.2.65.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαψυκτικός — διαψυκτικός, ή, όν (Α) δροσιστικός, αναψυκτικός …   Dictionary of Greek

  • διαψυκτικόν — διαψυκτικός cooling masc acc sg διαψυκτικός cooling neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.